ἐπιθῇ

ἐπιθέω
run upon
pres subj mp 2nd sg
ἐπιθέω
run upon
pres ind mp 2nd sg
ἐπιθέω
run upon
pres subj act 3rd sg
ἐπιθέω
run upon
pres subj act 3rd sg
ἐπιθέω
run upon
pres subj mid 2nd sg (attic)
ἐπιθέω
run upon
pres ind mid 2nd sg (attic)
ἐπιτίθημι
lay
aor subj mid 2nd sg
ἐπιτίθημι
lay
aor subj act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • τρόχμαλος — ο, ΝΜΑ νεοελλ. (πετρογρ.) βραχώδης μάζα που έχει αποσπαστεί από ένα κύριο βραχώδες σώμα και είναι ελαφρώς αποστρογγυλωμένη ή λειασμένη, αλλ. λίθος μσν. αρχ. στον πληθ. οἱ τρόχμαλοι και ως ουδ. τὰ τρόχμαλα φράχτης από πέτρες, ξερολιθιά αρχ. (ενν.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.